Chris Cornell: Αναδρομή σε μία τεράστια καριέρα

Chris Cornell
Chris Cornell

Το ότι το σπίτι μου βιώνει μια Cornellιάδα τις τελευταίες μέρες και το ότι σήμερα έχει γενέθλια ο Chris Cornell, και όλα αυτά σε συνδυασμό με το ότι γράφω σε μουσικό website, δεν είναι τίποτα παρά μία σύμπτωση. Άλλωστε, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει το πρώτο και σίγουρα ούτε και η τελευταία.

Και όλα αυτά γιατί εννοείται πως είναι ο πιο υποτιμημένος frontman της γενιάς του. Και το γεγονός πως -μαζί με τον Eddie Vedder– είναι οι μόνοι τέτοιου βεληνεκούς επιζήσαντες του κινήματος (γιατί περί κινήματος πρόκειται κυρίως) της grunge, λέει πολλά. Γιατί καλά (όχι) τα ψυχολογικά, τα ναρκωτικά και οι ιδεολογικές φλυαρίες για την ουσία της ζωής και την (υπερ)εμπορευματοποίηση των πάντων, αλλά μία γενιά είναι αδύνατον να καθοριστεί, ή και να καθοδηγηθεί, κατά μία έννοια, από άτομα αυτοκαταστροφικά και εν μέρει παρανοϊκά. Αυτό θα ήταν ξεπεσμός για την ίδια τη γενιά και υπερπροβολή/θεοποίηση αρνητικών -αντικειμενικά- προτύπων.


Ο Chris Cornell εναντίον όσων δοξάζουν τους θανάτους καλλιτεχνών από ναρκωτικά


Πολύ πριν την παγκόσμια απήχηση της grunge, ο Cornell ήταν ένας απ’ τους πρωτεργάτες της μαζί με τους Soundgarden, οι οποίοι είχαν 3/14 τραγούδια του ‘Deep Six’ (1986), της φημολογούμενης ως πρώτης μουσικής συλλογής «με τον ήχο του Seattle», της πόλης που γέννησε το είδος. Δύο χρόνια αργότερα, οι Soundgarden θα κυκλοφορούσαν το ‘Ultramega OK’ που, παρά την απογοητευτική, σύμφωνα με τον Cornell, παραγωγή του, κατάφερε -φλερτάροντας ταυτόχρονα με την metal και το ψυχεδελικό ροκ- να στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού στην πρώιμη grunge σκηνή και να κάνει τον κριτικό Steve Huey να το χαρακτηρίσει ως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της pre-Nirvana εποχής της. Σε αυτόν τον δίσκο ο Cornell έδωσε ένα τρομερό δείγμα του τεράστιου εύρους της φωνής του και αυτό έγινε αντιληπτό και στον επόμενο, ‘Louder Than Love’, που ήρθε έναν χρόνο μετά και, αν και περιείχε στίχους από τη μία προκλητικούς και από την άλλη «ρηχούς», όπως τους αποκάλεσαν πολλοί κριτικοί, κατάφερε για άλλη μια φορά να αναδείξει τη φωνή του Cornell, η οποία φαίνεται πως «έσωσε» τον δίσκο από αυστηρότερες κριτικές.

Ακόμα και όταν οι στίχοι του είναι τόσο χαζοί όσο και οι πέτρες, ο Cornell τους ερμηνεύει με τόσο πάθος και ένταση, που εν τέλει ακούγονται εντυπωσιακοί.

είχε γραφτεί στο Rolling Stone για τον εν λόγω δίσκο.

Κάπου εκεί, ήρθε ο θάνατος του Andrew Woods, frontman των Mother Love Bone και συγκατοίκου του Cornell. Οι Temple of the Dog ήταν το tribute band που δημιουργήθηκε προς τιμήν του και πρωτεργάτης του δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον κολλητό του. Το ότι έβγαλαν μόνο έναν δίσκο που μνημονεύεται μέχρι σήμερα ως κλασικός του είδους και το ότι όσοι επέλεξε ο Cornell να αποτελέσουν την μπάντα αποτελούν από τότε και μέχρι σήμερα τους Pearl Jam (προγενέστερα μερικοί απ’ αυτούς ήταν στους Mother Love Bone), είναι τα δύο μόνα γεγονότα που αρκεί να επικαλεστεί κάποιος σχετικά με την επιδραστικότητα του γκρουπ.

Η grunge rock μεσουράνησε από ‘κει κι έπειτα. Το Seattle ήταν μάλλον η μουσική πρωτεύουσα των φίλων της ροκ για τα επόμενα 5-6 χρόνια, ένα διάστημα σχετικά μικρό, αλλά εξαιρετικά πλούσιο σε μουσικές κυκλοφορίες.

Οι Soundgarden ήταν πρωταγωνιστές σε όλο αυτό, κυκλοφορώντας τρεις δίσκους. Το ‘Badmotorfinger’ του 1991 δεν έλαβε ποτέ την προσοχή που άξιζε, λόγω της παράνοιας που επικρατούσε για τους Nirvana. Το 1992 έκανε backing vocals στο EP ‘Sap’ των Alice in Chains και τα όσα ακολούθησαν είναι λίγο-πολύ γνωστά. Το ‘Superunknown’ του 1994 δεν χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις και το ‘Down on the Upside’ (1996) ήταν απλά το επιστέγασμα του χείμαρρου των 5 δίσκων σε μια 8ετία. Μάλλον ο πιο «pop» δίσκος τους, με τους κριτικούς να λένε ότι για πρώτη φορά οι Soundgarden ακούγονται «γήινοι».

Βadmotorfinger: Ο καταιγιστικός δίσκος των Soundgarden

Soundgarden – Superunknown: Η ιστορία πίσω από κάθε κομμάτι

Το ‘Fell On Black Days’ ανήκει στον δίσκο ‘Superuknown’ και ο Cornell το έγραψε αναφερόμενος σε μία περίοδο της εφηβικής του ηλικίας, κατά την οποία έπασχε από κατάθλιψη. Στον ένα χρόνο που μεσολάβησε μέχρι να ξαναβγεί απ’ το σπίτι του, έπαιζε συνεχώς κιθάρα και ντραμς.

Η καθολική αποδοχή της grunge αυτά τα χρόνια είναι κάτι το αναντίρρητο, αλλά όλος ο ντόρος της εποχής δεν θα ήταν αρκετός τόσα χρόνια μετά. Από τη μία, πάνω απ’ όλα η grunge ήταν ένα κίνημα που εξέφρασε μια γενιά. Από την άλλη, δύο stars της, Kurt Cobain και Layne Staley, έφυγαν νωρίς, αφήνοντας -κατά τα γνωστά- έναν μύθο πίσω τους. Σίγουρα, όμως, η επιρροή της στα σημερινά χρόνια θα ήταν δραματικά μικρότερη αν δεν υπήρχαν και αυτοί που δεν σίγησαν μετά από λίγα χρόνια, αλλά συνέχισαν να παίζουν και να παράγουν μουσική, είτε αυτό λεγόταν grunge (βλ. το θριαμβευτικό comeback των Soundgarden το 2012), είτε κάτι άλλο (βλ. τη σόλο δισκογραφία του Cornell).


Ο Chris Cornell μιλά για τις απαρχές της grunge σκηνής


Η οποία σόλο δισκογραφία ξεκίνησε δύο χρόνια μετά τη διάλυση των Soundgarden, το 1999, με τον δίσκο ‘Euphoria Morning’ που, αν και σημείωσε μικρή εμπορική επιτυχία, κατάφερε να του χαρίσει υποψηφιότητα για Καλύτερη Ροκ Ερμηνεία στα Grammys του 2000, ενώ, ταυτόχρονα, ανέδειξε έναν διαφορετικό Cornell και έδωσε αρκετούς λόγους για να υποστηρίξει κανείς πως ο Cornell είναι ένας πολυδιάστατος καλλιτέχνης και όχι μόνο αυτός που καθορίστηκε από την grunge αλλά και -ένας απ’ αυτούς- που την καθόρισε.

Το «στραπάτσο» του Cornell, σύντομα θα αποτελούσε κάτι λιγότερο από σταγόνα στον ωκεανό, και όλα αυτά χάρη στον τεράστιο Rick Rubin, το πρόσωπο πίσω από την συνεργασία με τα εναπομείναντα μέλη των Rage Against The Machine που, μετά την αποχώρηση του De La Rocha, δεν ήθελαν να σταματήσουν. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι Audioslave, που αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα highlights στην πορεία του Cornell. Η απεριόριστη groov-α, κληρονομιά από τους RATM, έδεσε απόλυτα (με μερικά προβλήματα πότε-πότε στα live είναι η αλήθεια) με την φαινομενικά ακατέργαστη φωνή του Cornell και δημιούργησε μια μπάντα που ξέφυγε από τον όρο «supergroup» με τρεις δίσκους σε 5 χρόνια, με μεγάλη ποικιλομορφία στα κομμάτια τους, τόσο μεγάλη όσο η απόσταση μεταξύ του ‘Revelations’ με το ‘Be Yourself’. Γενικά οι Audioslave ήταν, για όλους όσους τους αποτέλεσαν, μια τρομακτικά μεγάλη πινελιά στην ήδη υπάρχουσα μουσική σφραγίδα που είχε αφήσει ο καθένας ξεχωριστά.

Οι Audioslave αποδείχτηκαν δυστυχώς μια βραχύβια μπάντα αλλά ο Cornell συνέχισε να είναι μουσικά ενεργός. Καταρχάς, κυκλοφόρησε το ‘You Know My Name’ για την ταινία ‘Casino Royale’, το οποίο είναι και ένα απ’ τα πιο εθιστικά της δισκογραφίας του. Στη συνέχεια κυκλοφόρησε δύο -μέτρια- solo albums, ‘Carry On’ (2007) και ‘Scream’ (2009). Η συνεργασία του στο δεύτερο απ’ αυτά με τον Timbaland, έφερε μερικά ενδιαφέροντα αποτελέσματα και ένα ακόμα σημείο πειραματισμού αλλά τίποτα παραπάνω.

Μέχρι το εκκωφαντικό comeback των Soundgarden το 2012, μεσολάβησε ένα δημιουργικότατο 2010, και η συνεργασία με τον Slash στο ‘Promise’ στον δίσκο ‘Slash’ του 2010, στον οποίο φιγούραραν ονόματα όπως οι Ozzy OsbourneLemmy KilmisterIggy Pop και Beth Hart. Ο Slash τότε έκανε ένα παιδομάζωμα («παιδό»… ok) μύθων -σύγχρονων και μη- και ήξερε πολύ καλά τι έκανε όταν επέλεγε τον Cornell, δημιουργώντας έναν δίσκο όπου ακόμα και το κομμάτι με την Fergie ήταν επικό. Λίγο αργότερα την ίδια χρονιά, επιλέχθηκε από τον Santana για την διασκευή του ‘Whole Lotta Love’, στον επίσης all-star featuring δίσκο ‘Guitar Heaven: The Greatest Guitar Classics of All Time’. Φυσικά, η έφεσή του στα covers είναι τουλάχιστον εντυπωσιακή – τα ακουστικά shows του είναι σκέτη μαγεία:

Λίγο πριν φτάσουμε στο ‘King Animal’ του 2012, ο Cornell κυκλοφορεί το ‘The Keeper’ για την βιογραφική ταινία Machine Gun Preacher’ που του χάρισε μια υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα, ενώ μία χρονιά αργότερα, οι Soundgarden χάρισαν το ‘Live To Rise’ στην ταινία ‘The Avengers’, σημειώνοντας το απόλυτο 3/3 του Cornell σε soundtracks ταινιών (και τον μοναδικό λόγο να δεις την ταινία – γνώμη μου, έτσι;). Το 4/4 έγινε μια χρονιά αργότερα, με το ‘Misery Chain’ στην ταινία ’12 Years a Slave’ (ούτε ο Bale στο Euro τέτοιο ratio γκολ/παιχνίδι).

Soundgarden – King Animal: Το μεγάλο comeback που έγινε αντίο

Το 2015 ο Cornell κυκλοφόρησε το ‘Higher Truth’, μάλλον τον καλύτερο σόλο δίσκο του, αλλά σε καμία περίπτωση αρκετά ικανοποιητικό υποκατάστατο μέχρι την πολυαναμενόμενη νέα κυκλοφορία των Soundgarden που πλησιάζει (έχουν έξι έτοιμα σύμφωνα με τις τελευταίες δηλώσεις).

Ο Chris Cornell είναι εδώ και 30 χρόνια στη βιομηχανία της μουσικής. Ξεκινώντας από το Seattle, την απόλυτη μουσικομάνα της εποχής όπου άρχισε να παίζει μουσική, είναι ακόμα εδώ, ανελλιπώς, είτε μαζί με κάποια μπάντα είτε ως σόλο καλλιτέχνης. Είναι αυτός που έμεινε (ναι, και ο Vedder και ο Grohl) και δεν άφησε να ξεθωριάσει η παρανοϊκή μουσική δεκαετία των ’90s, αλλά και αυτός που, όχι μόνο την καθόρισε, αλλά και την εξέλιξε. Υπερβολικά πολυδιάστατος, πολυγραφότατος και πάντα μετρημένος, ο Cornell είναι μια σύγχρονη μορφή της μουσικής που μάλλον οι περισσότεροι έχουν υποτιμήσει.