Η σκληρή ενηλικίωση του ‘Darkness on the Edge of Town’

O Bruce Springsteen έπαψε να γράφει ενήλικα παραμύθια τη στιγμή που έγινε επιτυχία το ‘Born To Run’ (1975).

Το τρίτο άλμπουμ της καριέρας του θεωρείται μέχρι και σήμερα ένα αριστούργημα της ροκ μουσικής και έφερε τον παράγοντα επιτυχία στο όνομά του, κάτι που δεν είχε καταφέρει με το ντεμπούτο του,’Greetings from Asbury Park, NJ’ (1973) ή με τον δεύτερο δίσκο του, ‘The Wild, The Innocent & the E Street Shuffle’ (1973).

Το ‘Born To Run’ εκτόξευσε τον Springsteen στο διάστημα, τον έκανε διάσημο, οι συναυλίες ήταν πάντα γεμάτες και μόλις είχε ξεκινήσει να χτίζει τον θρύλο γύρω από τις εντυπωσιακές του εμφανίσεις με την E Street Band.

Αν λοιπόν η επιτυχία του Born To Run’ ήταν η πραγματοποίηση του πολυπόθητου αμερικάνικου ονείρου, τότε το ‘Darkness on the Edge of Town’ (1978), το οποίο φέτος έκλεισε τα 40 χρόνια από την αρχική του κυκλοφορία, είναι η συνειδητοποίηση πως το όνειρο οδηγούσε κατευθείαν στην σκληρή πραγματικότητα της αληθινής ζωής.

Νομικά προβλήματα με τον μάνατζερ Mike Appel κράτησαν το συγκρότημα μακριά από το στούντιο για τρία ολόκληρα χρόνια, με τον ίδιο τον Springsteen όμως να γράφει ασταμάτητα τραγούδια, με τα περισσότερα από αυτά να μένουν κρυμμένα για αρκετές δεκαετίες προτού εμφανιστούν σε κάποιο επίσημο άλμπουμ, ενώ κάποια άλλα τα έδωσε για δικούς του λόγους σε άλλους καλλιτέχνες, με αποτέλεσμα να γίνουν τεράστιες επιτυχίες (π.χ. ‘Because The Night’ από Patti Smith).

Ο Bruce που μπήκε ξανά στο στούντιο το 1977 για να ηχογραφήσει το τέταρτο άλμπουμ του ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν που έγραφε λίγα χρόνια νωρίτερα για ξυπόλητες κοπέλες και ήσυχες αποδράσεις προτού βγει ο ήλιος. Οι ήρωες μπορεί να ήταν οι ίδιοι, το περιβάλλον όμως γύρω τους είχε αλλάξει, ο ρομαντισμός είχε ξεθωριάσει και ο αυτοκινητόδρομος που τρανταζόταν από τις μηχανές του προηγούμενου άλμπουμ τελικά δεν ήταν διάδρομος απογείωσης, αλλά μία ακόμα διαδρομή από τη δουλειά μέχρι το σπίτι.

Δεν τους συνέβη κάτι συνταρακτικό, απλώς μεγάλωσαν και οι ανοιχτοί δρόμοι με τις απεριόριστες δυνατότητες έγιναν τοίχοι ενός σπιτιού που με κάθε χτύπο του ξυπνητηριού έκλειναν λίγο περισσότερο. Οδηγούν ακόμα τα αμάξια τους, ορκίζονται πως θα ξεφύγουν μια μέρα, πως θα διαλύσουν τα πάντα γύρω τους και πως θα πάρουν εκδίκηση από όλα αυτά που τους κράτησαν πίσω και δεν τους επέτρεψαν να φτάσουν εκεί που έπρεπε. Διψασμένοι για έρωτα και επιτυχία, κοιτούν τη νύχτα στα μάτια, οργισμένοι από την προδοσία που υπέστησαν.

Ο Bruce, επηρεασμένος από την punk σκηνή της εποχής αλλά και τις προσωπικές του περιπέτειες, φέρνει κάτι που έλειπε από τα προηγούμενα τραγούδια του αλλά θα αποτελούσε σήμα κατατεθέν για την υπόλοιπη δουλειά του. Φέρνει θυμό, μαζί με αρκετά ίχνη ταπείνωσης. Τα αποτυπώματα της αναγκαστικής τρίχρονης απουσίας του από το στούντιο βρίσκονται παντού σε αυτά τα 10 τραγούδια, από τις θυελλώδεις κιθάρες του‘Adam Raised a Cain’ μέχρι τις εκρήξεις του ‘Streets of Fire’, ενώ αν έχετε όρεξη για αναζήτηση, μπορείτε να τα βρείτε και σε τραγούδια της ίδιας εποχής που όμως δεν βρήκαν τον δρόμο τους προς το τελικό άλμπουμ, όπως το θαυμάσιο ‘The Promise’.

Ένα τραγούδι σαν το Racing in the Street’ λίγα χρόνια νωρίτερα θα είχε τον ήχο ενός ροκ ύμνου (και τον έχει στην εναλλακτική βερσιόν του), στο άλμπουμ όμως μένει προσγειωμένο και αποπνέει μια ιδιαίτερη θλίψη με φόντο ένα ακόμα καλοκαίρι που ήρθε για να φύγει, μόνο που για μερικούς ενδεχομένως να είναι και το τελευταίο τους.

Έπρεπε να περάσουν λίγα χρόνια ακόμα μέχρι να περπατήσει σε ακόμα πιο σκοτεινά μονοπάτια με το ‘The River’ (1980) και κυρίως με το ‘Nebraska’ (1982), αλλά το ‘Darkness on the Edge of Town’ αποτελεί το σημείο εκκίνησης της φάσης όπου ο Springsteen ξεκίνησε να βλέπει τον κόσμο γύρω του με τα μάτια ενός ενήλικα αντί με αυτά ενός παιδιού και αυτά που έβλεπε δεν του άρεσαν.

Ο ίδιος χαρακτηρίζει το ‘Darkness’ ως τον «σαμουράι δίσκο του», γεμάτο με χαρακτήρες ψυχικά απογυμνωμένους και έτοιμους να παλέψουν για την επιβίωσή τους, οπότε είναι φυσικό ο πρωταγωνιστής του ‘The Promised Land’ να ορκίζεται πως μέχρι και τα αδέσποτα σκυλιά γνωρίζουν πως το μόνο που χρειάζεται για να τα καταφέρει είναι μία και μόνο ευκαιρία.

Σχεδόν όλοι βγαίνουν εξαθλιωμένοι από την προσπάθεια. Στο ‘Factory’ βλέπει τον πατέρα του να χάνεται μέρα με τη μέρα μέσα από την ρουτίνα της καθημερινότητας, ενώ στο ‘Prove It All Night’ και το ‘Candy’s Room’ ρίχνει μια ματιά στον ηλικιωμένο κόσμο του ‘She’s the One’ και σε έρωτες δίχως παιδική αφέλεια, πιθανότατα δίχως καν ρομαντισμό, για να καταλήξει αναπόφευκτα στο μόνο σημείο που θα μπορούσε, στην κορυφή του λόφου, ενός λόφου, με ματωμένες γροθιές και ανακατωμένα μαλλιά, πανέτοιμος για μία ακόμα μάχη έτσι ώστε να αποχτήσει όλα αυτά που θεωρεί πως του αναλογούν.

Σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, η μουσική του ‘Darkness on the Edge of Town’ παραμένει εξίσου δυνατή και ανεπηρέαστη από τον χρόνο μιας και είναι δημιουργημένη από μία θαυμάσια ομάδα μουσικών που εξελίχθηκε με την βοήθεια του ηγέτη τους σε έναν θρύλο.

Ο Bruce Springsteen πιθανότατα θα γινόταν επιτυχία έτσι κι αλλιώς, το μέγεθος αυτής της επιτυχίας όμως εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την συνεισφορά της θρυλικής E Street Band. Διψασμένοι από την τρίχρονη απουσία τους, βγήκαν στον δρόμο με τα φρένα σπασμένα και οι συναυλίες εκείνης της εποχής, αλλά και όσες ακολούθησαν μέχρι και το ‘Born in the USA’ (1984) έχουν μείνει στην ιστορία.

Ο Bruce φρόντιζε σε κάθε σόου να προσθέτει μία ακόμα παράγραφο στο μουσικό βιβλίο που έγραφε με τους υπολοίπους, μία μικτή κόσμου από μουσικούς σαν τον Max Weinberg, τον Roy Bittan, τον Danny Federici, τον Garry Tallent, τον Steve Van Zandt και φυσικά τον Clarence Clemons.

Κάποιοι από αυτούς έχουν φύγει από τη ζωή, με την βοήθεια όμως του Springsteen έγιναν κάτι παραπάνω από απλοί οργανοπαίχτες, έγιναν χαρακτήρες και ήρωες της ομορφότερης ιστορίας της μουσικής. Αν όλα αυτά ακούγονται κάπως υπερβολικά είναι επειδή αυτό ακριβώς ήθελε να πουλήσει ο Springsteen και το κατάφερνε εμφατικά, κάθε βραδιά.

Οι ιστορίες του ‘Darkness on the Edge of Town’ δεν έχουν καθαρούς νικητές ή ηττημένους κι αυτό γιατί ο αγώνας για την προσωπική δικαίωση των πρωταγωνιστών του δεν σταματά ποτέ, ακόμα κι όταν ακουμπούν το δικό τους άγιο δισκοπότηρο.

Στο ‘Something in the Night’ εξάλλου, η καταστροφή έρχεται από τα πράγματα που αγαπάμε, μα το τελικό μάθημα που δίνει ο Bruce Springsteen, κι ουσιαστικά αυτό για το οποίο γράφει μέχρι και σήμερα, είναι αυτή η αέναη προσπάθεια για καλύτερη ζωή. Ενάντια σε όλους και σε όλα, κοιτώντας στα μάτια την προοπτική της απόλυτης ήττας, ένα τραγούδι σαν το ‘Badlands’ εξελίσσεται σε ύμνο αυτής ακριβώς της προσπάθειας.

Ίσως καταλήξει σε τραγωδία, αλλά οι μάχες που δεν δίνονται είναι τελικά αυτές που σκοτώνουν τους ανθρώπους.

Υ.Γ.: Ο λόγος που επιλέγω να παραθέσω τα τραγούδια στην live μορφή τους από την (περίπου) 30η επέτειο του άλμπουμ, είναι διότι θεωρώ πως αναδεικνύουν αυτήν ακριβώς την δύναμη στην οποία αναφέρθηκα σχετικά με το πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι καλύτερα ή χειρότερα από την στούντιο εκδοχή τους, είναι απλώς… διαφορετικά.

Ο Bruce Springsteen επιλέγει τα 5 αγαπημένα τραγούδια της δισκογραφίας του